«Το άγχος που περνά από τον γονιό στο παιδί: μια συστημική ματιά»,
της Κλινικής Ψυχολόγου Κυριακής Λέντζιου
Τα παιδιά διαθέτουν έναν φυσικό μηχανισμό συναισθηματικού συντονισμού. Πολύ πριν μπορέσουν να εκφράσουν με λόγια όσα νιώθουν, «διαβάζουν» τα σήματα των ενηλίκων γύρω τους και τα ενσωματώνουν ασυνείδητα στο δικό τους σώμα και ρυθμό. Έτσι, το άγχος, η ένταση ή η απορρόφηση του γονιού δεν περνούν απαρατήρητα· μετατρέπονται σε συμπεριφορές, σε ανησυχία, σε υπερκινητικότητα ή σιωπή. Όταν το παιδί “καθρεφτίζει” τον γονιό του, στην πραγματικότητα αντικατοπτρίζει το συναισθηματικό περιβάλλον που το περιβάλλει. Κι αυτό το καθρέφτισμα είναι το πρώτο και πιο αυθεντικό μήνυμα που αξίζει να ακούσουμε.
Υπάρχουν στιγμές που ένα παιδί δείχνει ανήσυχο χωρίς προφανή λόγο: δυσκολεύεται να κοιμηθεί, αντιδρά έντονα σε μικρές αλλαγές, κλαίει πιο συχνά ή γίνεται απότομα πιο σιωπηλό. Οι γονείς συχνά αναρωτιούνται «τι φταίει;», ψάχνοντας απαντήσεις στη συμπεριφορά του παιδιού. Ωστόσο, πολλές φορές το παιδί δεν εκφράζει κάτι “δικό του”, αλλά αντανακλά ένα συναίσθημα που υπάρχει ήδη στο περιβάλλον του. Και πιο συγκεκριμένα, μέσα στον γονιό.
Τα παιδιά, ιδίως στα πρώτα χρόνια της ζωής τους, ρυθμίζουν το νευρικό τους σύστημα μέσα από το νευρικό σύστημα των γονιών τους. Δεν έχουν ακόμη αναπτύξει τον μηχανισμό αυτορρύθμισης, γι’ αυτό “δανείζονται” τον συναισθηματικό ρυθμό του ενήλικα που τα φροντίζει. Όταν ο γονιός είναι ήρεμος, σταθερός και παρών, το παιδί νιώθει ασφάλεια. Όταν ο γονιός βρίσκεται σε εσωτερική ένταση, άγχος ή απορρόφηση από σκέψεις και ευθύνες, το παιδί δεν καταλαβαίνει το «γιατί» — νιώθει όμως την αστάθεια και προσπαθεί να τη διαχειριστεί με τον δικό του τρόπο.
Αυτός είναι ο λόγος που πολλές φορές βλέπουμε ένα παιδί να “συμπεριφέρεται” το συναίσθημα του γονιού: να θυμώνει χωρίς αφορμή, να αντιδρά υπερβολικά, να κλαίει, να αρνείται να φάει ή να κοιμηθεί. Δεν πρόκειται για ανυπακοή ή «δύσκολη» συμπεριφορά, αλλά για ένα σιωπηλό μήνυμα: «Νιώθω αυτό που νιώθεις, αλλά δεν ξέρω πώς να το ονομάσω».
Η συμβουλευτική γονέων δεν έχει στόχο να κρίνει ή να “διορθώσει” τον γονιό. Αντίθετα, προσφέρει έναν ασφαλή χώρο επεξεργασίας και αναπλαισίωσης, όπου ο γονιός μπορεί να κατανοήσει πώς το προσωπικό του άγχος επηρεάζει τη δυναμική ολόκληρης της οικογένειας.
Σύμφωνα με τη Συστημική Θεωρία, η οικογένεια λειτουργεί ως ένα σύνθετο, αλληλεξαρτώμενο σύστημα, στο οποίο κάθε μέλος επιδρά στα υπόλοιπα με τρόπο κυκλικό και όχι γραμμικό. Δηλαδή, η συμπεριφορά του παιδιού δεν αποτελεί απλώς “αντίδραση” σε αυτό που κάνει ή νιώθει ο γονιός, αλλά μέρος μιας συνεχούς αλληλεπίδρασης που διαμορφώνει και συντηρεί το σύστημα. Όταν ένας γονιός βιώνει έντονο άγχος, το οικογενειακό σύστημα προσπαθεί —ασυνείδητα— να αποκαταστήσει την ισορροπία του. Το παιδί μπορεί τότε να αναλάβει ρόλο “ρυθμιστή”, “εκφραστή” ή “φορέα” αυτού του άγχους, ώστε να επανέλθει η ομοιόσταση του συστήματος, ακόμη κι αν αυτό σημαίνει ότι το ίδιο δυσκολεύεται.
Η οικογενειακή ομοιόσταση είναι μια εσωτερική ανάγκη για σταθερότητα, ακόμη κι όταν η σταθερότητα αυτή είναι δυσλειτουργική. Αν το άγχος, η υπερπροστασία ή η ένταση αποτελούν πάγιο μοτίβο, τότε το σύστημα τα ενσωματώνει ως “φυσιολογικά”. Έτσι, το παιδί μεγαλώνει μέσα σε ένα κλίμα όπου η ένταση βιώνεται ως φυσική μορφή συνύπαρξης και συχνά αναπτύσσει μηχανισμούς προσαρμογής — είτε υπερεγρήγορση, είτε υπακοή, είτε αντιδραστικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, το άγχος του γονιού δεν είναι ποτέ ατομικό, αλλά συστημικό φαινόμενο που διατρέχει τις σχέσεις, τα όρια και την επικοινωνία μέσα στην οικογένεια.
Όταν στη συμβουλευτική διαδικασία ο γονιός αρχίζει να βλέπει πώς λειτουργεί αυτή η κυκλικότητα — πώς το δικό του άγχος, η δική του ένταση ή ενοχή τροφοδοτούν μια δυναμική που το παιδί “παίζει” χωρίς να το γνωρίζει — τότε ενεργοποιείται η πραγματική αλλαγή. Η θεραπευτική εργασία δεν στοχεύει στο να “σταματήσει” το άγχος, αλλά στο να μετατραπεί σε συνειδητή επίγνωση. Ο γονιός μαθαίνει να αναγνωρίζει τα εσωτερικά του ερεθίσματα, να τα οριοθετεί, να τα ρυθμίζει και να μεταδίδει στο παιδί μια νέα εμπειρία ασφάλειας. Η μετακίνηση αυτή δεν είναι μόνο ψυχολογική, αλλά συστημική αναδόμηση: αλλάζει τη συναισθηματική δομή του δεσμού, την ποιότητα των σχέσεων και τη δυναμική μέσα στο σπίτι.
Το παιδί, μέσα από αυτή τη νέα ισορροπία, δεν χρειάζεται πλέον να καθρεφτίζει την ένταση για να “επικοινωνήσει”. Αρχίζει να εκφράζεται με φυσικότητα, να παίζει, να ηρεμεί, να αποκτά εμπιστοσύνη στη συναισθηματική του εμπειρία. Ο γονιός, έχοντας δουλέψει το άγχος του, δεν αντιδρά αυτόματα αλλά ανταποκρίνεται συνειδητά. Κι έτσι το σύστημα βρίσκει νέο ρυθμό — έναν ρυθμό που βασίζεται στη σύνδεση και όχι στον έλεγχο.
Γιατί τελικά, τα παιδιά δεν χρειάζονται τέλειους γονείς. Χρειάζονται συναισθηματικά ρυθμισμένους γονείς, που έχουν επίγνωση πως κάθε δική τους μεταβολή αλλάζει ολόκληρο το οικογενειακό πεδίο.
Κυριακή Λέντζιου
Κλινική Ψυχολόγος BSc, MSc, PhD© – Ψυχοθεραπεύτρια
Κλινική Υπνοθεραπεύτρια – Τραυματοθεραπεύτρια EMDR
Οικογενειακή Συστημική Θεραπεύτρια – Συμβουλευτική Ζεύγους
Εξειδικευμένη στις Διατροφικές Διαταραχές – Παχυσαρκία
Δωδεκανήσου 2 & Πλατεία Δημοκρατίας, Θεσσαλονίκη
Τηλ.:2310542702, Κιν.:6934708871















































