Θεσσαλονίκη: Νέα αγωγή καταθέτουν οι πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ – Ανοιχτή γραμμή επικοινωνίας με την κυβέρνηση
Νέα αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου, πρόκειται να καταθέσουν στο επόμενο διάστημα οι πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ, οι οποίοι όμως βρίσκονται και σε συζητήσεις με την κυβέρνηση, η οποία δείχνει να αναγνωρίζει ότι «με κάποιον τρόπο», πρέπει να αποζημιωθούν για την περιουσία τους, που δημεύτηκε πριν από εννέα χρόνια από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.
Σύμφωνα με πληροφορίες των Μακεδονικών Νέων, η Συνεργασία Μετόχων ΟΑΣΘ, που εκπροσωπεί τους περίπου 900 παλαιούς μετόχους, δεν καταθέτει τα όπλα και συνεχίζει να διεκδικεί αποζημίωση για τους μετόχους τής άλλοτε πολυμετοχικής εταιρείας, εννέα χρόνια μετά την κρατικοποίηση του Οργανισμού (σ.σ. το 2017) και τη δήμευση της περιουσίας τους.
Αυτή δεν θα είναι η πρώτη φορά που οι πρώην μέτοχοι του ΟΑΣΘ θα κινηθούν νομικά κατά του Ελληνικού Δημοσίου, πράγμα που αναγκάζονται να κάνουν αφού έχει παρέλθει τόσο μεγάλο διάστημα από την κρατικοποίηση του Οργανισμού και το Δημόσιο δεν προχωράει, όπως οφείλει, στην κατάθεση, στο Εφετείο Αθηνών, της Έκθεσης Αποτίμησης του ΟΑΣΘ την οποία είχε συντάξει η Grand Thornton.
Να σημειωθεί ότι η εν λόγω έκθεση αποτίμησης έφερε τους μετόχους να χρωστάνε περί τα 3,5 εκατ. ευρώ για την αναπόσβεστη αξία του ΟΑΣΘ στο χρονικό σημείο κρατικοποίησής του.
Οι πρώην μέτοχοι, είχαν καταθέσει αγωγή και τον Ιανουάριο του 2024, ισχυριζόμενοι ότι υπάρχει πλημμέλεια στην Έκθεση Αποτίμησης του ΟΑΣΘ από την Grand Thornton, η οποία αφορά στο αποθεματικό τού άλλοτε πολυμετοχικού φορέα.
Όπως υποστήριξαν οι ενάγοντες, η ελεγκτική εταιρεία κακώς καταλόγισε το αποθεματικό του Οργανισμού στις οφειλές του ΟΑΣΘ έναντι τρίτων. Σύμφωνα με τους κανόνες της Λογιστικής, τονίζουν, το αποθεματικό μίας εταιρείας δεν είναι οφειλή έναντι τρίτων. Συνεπώς, η καθαρή θέση του ΟΑΣΘ, στο χρόνο κρατικοποίησής του, δεν ήταν αρνητική αλλά θετική κατά 43 εκατ. ευρώ. Την αγωγή του 2024, είχαν υπογράψει 900 άτομα.
Οι πρώην μέτοχοι, σε σύντομο χρόνο μετά την κρατικοποίηση, το 2018, είχαν προβεί στις πρώτες ακυρωτικές προσφυγές, που δεν ευδοκίμησαν επειδή στρέφονταν εναντίον του νόμου. Στη συνέχεια ασκήθηκε αγωγή που κατατέθηκε στο Πολιτικό Εφετείο Αθηνών, που επίσης δεν ευδοκίμησε, αλλά μετά την κατάθεση αναίρεσης κατά της απόφασης βρίσκεται στον Άρειο Πάγο και προσδιορίστηκε να δικαστεί το Φεβρουάριο του 2027.
Σημειωτέον, μετά την κατάθεση της αίτησης αναίρεσης, είχε εκδοθεί μία ενδιάμεση απόφαση, με την οποία είχε απορριφθεί η συζήτηση ως απαράδεκτη επειδή δεν είχε κλητευθεί ο ΟΑΣΘ. Ο ΟΑΣΘ, κλήθηκε στη συνέχεια στη συζήτηση, η οποία και προσδιορίσθηκε για το Φεβρουάριο του 2027. Για να τελεσιδικήσει η υπόθεση, οι πρώην μέτοχοι θα πρέπει να επιδείξουν και άλλη υπομονή, αφού συνήθως για την έκδοση αποφάσεων, στην Άρειο Πάγο, απαιτείται τουλάχιστον ένα έτος.
Σημασία έχει να σημειωθεί ότι η απόφαση του Δικαστηρίου, απέρριπτε την αγωγή με το σκεπτικό ότι οι πρώην μέτοχοι ασκούσαν πρόωρα το συγκεκριμένο ένδικο βοήθημα.
Ωστόσο, μετά την παρέλευση τόσων ετών – σημειωτέον ο ΟΑΣΘ ακόμη βρίσκεται σε καθεστώς εκκαθάρισης εν λειτουργία- οι πρώην μέτοχοι υποστηρίζουν ότι όχι μόνο αποστερήθηκαν της περιουσίας τους αλλά και των κερδών που ενδεχομένως θα είχαν στα χρόνια που μεσολάβησαν.
Σύμφωνα με τον ν. 4482/2017, τον νόμο κρατικοποίησης του ΟΑΣΘ που ψηφίσθηκε επί υπουργίας Χρήστου Σπίρτζη, το ελληνικό δημόσιο θα έπρεπε αυτό να καταθέσει στο Εφετείο Αθηνών την έκθεση αποτίμησης του Οργανισμού, κάτι που δεν έχει πράξει με αποτέλεσμα η όλη διαδικασία της αποζημίωσης των μετόχων και της εκκαθάρισης να βρίσκεται στον αέρα.
Αυτό που υποστηρίζουν οι πρώην μέτοχοι, είναι ότι το κράτος έχει ευθύνη επειδή δεν κινεί την προβλεπόμενη διαδικασία, οπότε και θα καταθέσουν εκ νέου αγωγή, ζητώντας να αποζημιωθούν για την περιουσία που έχασαν αλλά και για τα διαφυγόντα κέρδη που ενδεχομένως θα απολάμβαναν μέσα σε αυτά τα εννέα χρόνια, αν δεν είχε δημευτεί η περιουσία τους.
Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες των Μακεδονικών Νέων, η κυβέρνηση είναι σε γνώση των ενεργειών που σχεδιάζουν οι πρώην μέτοχοι. Μάλιστα, όπως επισημάνθηκε, η πλευρά του Δημοσίου έχει αντιληφθεί ότι η έκθεση αποτίμησης της Grand Thornton δεν «αποτελεί ασφαλή βάση», για να συζητηθεί το θέμα της αποζημίωσης. Οπότε, υπάρχει πρόθεση να ανοίξει εκ νέου το ζήτημα, στη βάση μίας πιο ρεαλιστικής αποτίμησης.
Πολλές φορές, από τρίτους, έχει εκφραστεί η απορία, γιατί μετά τόση χρονοτριβή, οι πρώην μέτοχοι δεν απευθύνονται στα Ευρωπαϊκά Δικαστήρια. Όμως, πρώτα πρέπει να εξαντληθούν τα εγχώρια ένδικα μέσα, για να απευθυνθεί κάποιος στα Δικαστήρια της ΕΕ. Όταν βγει η απόφαση του Αρείου Πάγου, αυτή πιθανότατα να ανοίξει τον δρόμο, στους παλιούς μετόχους, για το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.














































