Γλυπτική – Μία από τις εννιά καλές τέχνες, του Πάρη Βορεόπουλου
Η Γλυπτική είναι μια τρισδιάστατη μορφή τέχνης, στην οποία ο καλλιτέχνης καλείται να αποτυπώσει σε ανάγλυφη ή σε ολόγραφη μορφή την δημιουργικότητά του, τις σκέψεις του, τα συναισθήματα του, ακόμα και τις απόψεις του σχετικά με θέματα της εποχής.
Γλυπτική ονομάζεται η τέχνη της καλλιτεχνικής δημιουργίας – έκφρασης, που εκτελείται μέσω της δημιουργίας τρισδιάστατων μορφών σε οποιοδήποτε μέσο. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται είναι διάφορα: σκληρά, όπως η πέτρα, το μάρμαρο, τα μέταλλα ή το ξύλο, ή και πιο μαλακά, όπως ο πηλός ή διάφορα πλαστικά (στη σύγχρονη γλυπτική). Είναι δυνατός ακόμη ο συνδυασμός διαφορετικών υλικών. Το πρώτο στάδιο είναι η εύρεση των αντικειμένων που θα παρουσιαστούν από τους γλύπτες. Έπειτα, τα επιλεγμένα υλικά υφίστανται επεξεργασία με διάφορες τεχνικές, αφαιρετικές όπως το σκάλισμα, ή προσθετικές όπως η συγκόλληση. Υπάρχουν ακόμη τεχνικές που τροποποιούν τη σκληρότητα των χρησιμοποιούμενων υλικών. Όταν τελειώσει το γλυπτό ή το ανάγλυφο, η επιφάνειά του μπορεί να διακοσμηθεί επιπλέον με χρήση ζωγραφικής.
Η Γλυπτική σε πέτρα διατηρείται επί πολύ περισσότερο χρόνο από ό,τι τα έργα τέχνης από άλλα υλικά, και συχνά αντιπροσωπεύει την πλειονότητα των σωζόμενων έργων (πλην των κεραμικών) από αρχαίους πολιτισμούς. Ωστόσο, τα περισσότερα αρχαία γλυπτά ήταν χρωματισμένα με έντονα χρώματα, τα οποία έχουν χαθεί.
Η ελληνική γλυπτική των αρχαίων χρόνων στην πορεία διαμόρφωσής της μέσα στους αιώνες δέχθηκε επιρροές -κυρίως από πολιτισμούς που διασταυρώνονταν με τους μεγάλους εμπορικούς δρόμους. Εντούτοις, κατόρθωσε σε ένα σχετικά μικρό χρονικό διάστημα να αναπτύξει ένα χαρακτηριστικό περίγραμμα, στη μορφή της μνημειακής γλυπτικής, το οποίο λειτούργησε ως βάση για την περαιτέρω ανάπτυξη της τέχνης γενικότερα στον αποκαλούμενο δυτικό πολιτισμό.
ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΥΠΤΙΚΗ
1 Αρχαϊκή Περίοδος και Μνημειακή Γλυπτική Τα αγάλματα της ώριμης αρχαϊκής περιόδου περιγράφονται γενικώς ως κούροι και κόρες. Οι κούροι είναι γυμνοί, ενώ οι κόρες εμφανίζονται ενδεδυμένες, με τρόπο μάλιστα που στην πρώιμη αρχαϊκή περίοδο δεν τονίζει ιδιαίτερα το θηλυκό στοιχείο. Άλλο χαρακτηριστικό είναι η τοποθέτηση των αγαλμάτων στα αετώματα και τις προσόψεις των ναών, γεγονός που τους προσδίδει αναθηματικό χαρακτήρα και σαφή σχέση με το ιδιότροπο θρησκευτικό ένστικτο των Ελλήνων για την ανθρωπομορφική απεικόνιση του θείου. Κυρίαρχο θέμα των αγαλμάτων ή των ισχυρών ανάγλυφων είναι θεοί και θνητοί σε μάχη, σε επαναλαμβανόμενα μυθολογικά μοτίβα.
2 Κλασική Περίοδος Σημαντικές κοινωνικές αλλαγές και παράλληλες καινοτομίες στη μνημειακή γλυπτική καταγράφονται μετά το 480 π.Χ. Οι Έλληνες διανοητές στρέφουν την προσοχή τους στο ήθος και το πάθος. Οι γλύπτες μελετούν τη γλώσσα του σώματος, περισσότερο για να ανακαλύψουν τις εσωτερικές σκέψεις που αποκαλύπτουν. Τούτο έδωσε τροφή για την καλλιέργεια της δραματικής έκφρασης στην αρχαία τραγωδία, με προφανή αποτελέσματα στο συγκινησιακό και νοητικό κόσμο του θεατή. Οι καλλιτέχνες εγκαταλείπουν το πρότυπο του κούρου με το αρχαϊκό μειδίαμα και μελετούν τις μεταβολές που προκαλεί η κίνηση στην τοποθέτηση των άκρων, στο κεφάλι και το στήθος.
Το πρώτο άγαλμα, ο Παις του Κριτίου, αν και θεωρείται τυπολογικά απόγονος του κούρου, στηρίζει το βάρος του στο αριστερό πόδι, γεγονός που αντανακλάται σε όλο του το σώμα, με την ελαφριά πρόταξη του αριστερού τμήματος του θώρακα και τη μυϊκή ένταση του αριστερού ποδιού. Το κεφάλι γέρνει προς τα δεξιά και σκύβει ελαφρά. Φέρει στο κεφάλι του σωληνοειδή δακτύλιο, έμβλημα που χρησιμοποιείται περισσότερο για τους θεούς και τους ήρωες παρά για τους αθλητές. Έγινε γνωστό ως Παις του Κριτίου, εξαιτίας της ομοιότητάς του με το περίφημο άγαλμα του Αρμόδιου στο σύνταγμα των Τυραννοκτόνων, του γλύπτη Κριτίου και πιθανώς είναι το πρωιμότερο υπάρχον άγαλμα της πρώιμης κλασικής τεχνοτροπίας. Ανήκει στον «αυστηρό ρυθμό» της πρώιμης αρχαϊκής περιόδου, καθώς έχει εγκαταλειφθεί το αρχαϊκό μειδίαμα των κούρων, όπως και το αρχαϊκό στιλ της κόμης των αγαλμάτων.
Η ώριμη κλασική περίοδος και ο «πλούσιος ρυθμός», (διαρκεί από το 450 έως το 430 π.Χ. περίπου) κυριαρχείται από την παρουσία γνωστών γλυπτών, επιφανέστερος των οποίων ήταν ο Φειδίας, ο επόπτης της μεγάλης ομάδας γλυπτών, λιθοξόων και αρχιτεκτόνων που έκτισαν τον Παρθενώνα. Τα γλυπτά στα αετώματα και τις μετόπες του ναού, αφιερωμένου στην Αθηνά, σχετίζονται μεν με αναπαραστάσεις θεών και θεαινών του ελληνικού πάνθεου – είναι δηλαδή θρησκευτικού χαρακτήρα – αλλά τονίζεται και η σχέση τους με την προσωπικότητα της Αθηνάς.
Γεννήθηκε 500 π.Χ. Αθήνα Απεβίωσε 430 π.Χ. Αρχαία Αθήνα ή Ολυμπία Ιδιότητα: γλύπτης, αρχιτέκτονας, ζωγράφος Αξιοσημείωτα έργα: Άγαλμα του Ολυμπίου Διός, Άγαλμα της Προμάχου Αθηνάς, Αθηνά της Λήμνου, Χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς
Μια άλλη σημαντική ανάπτυξη στη γλυπτική της συγκεκριμένης περιόδου είναι η επανεκτίμηση του μέτρου του ανθρώπινου σώματος. Ο Αργείος γλύπτης Πολύκλειτος αφιερώθηκε στην ιδέα της συμμετρίας και την ανάπτυξη ενός ιδανικού τύπου για το ανθρώπινο σώμα. Το διασημότερο έργο του, τον Δορυφόρο, πρόκειται για τον ιδανικό τύπο σώματος, αν και το γλυπτό που έφτασε ως τις ημέρες μας είναι ρωμαϊκό αντίγραφο του πρωτότυπου. Ο Δορυφόρος απεικονίζει ένα στρατιώτη ή έναν καλογυμνασμένο αθλητή, ο οποίος φέρει βαρύ δόρυ. Η μορφή είναι φυσικά εύρωστη, με φαρδείς ώμους και στιβαρό μυϊκό σύστημα. Η στάση του αντανακλά την ιδέα του καλλιτέχνη για τη συμμετρία, καθώς το δεξί πόδι, που στηρίζει το βάρος της μορφής και το αριστερό χέρι, που κρατά το δόρυ, βρίσκονται σε ένταση, ενώ τα αντίθετα άκρα είναι χαλαρά και ελεύθερα, θυμίζοντας πολύ στην επιλογή της κίνησης τον Παίδα του Κριτίου. Η συμμετρία των άκρων συνεισφέρει στη γενική αίσθηση ισορροπίας της μορφής. Ο Πολύκλειτος ήθελε το γλυπτό του να κινείται ανάμεσα στην αίσθηση του λεπτού και του στιβαρού, να αντανακλά την αντίληψη του ιδανικού του κάλλους.
Στην ύστερη κλασική περίοδο αναδεικνύονται σημαντικοί γλύπτες όπως ο Πραξιτέλης και ο Λύσιππος. Ο πρώτος είναι εκείνος που εισάγει τον αισθησιασμό στην ελληνική γλυπτική, το στοιχείο της σιγμοειδούς καμπύλης στην ανάπτυξη των σωμάτων, της ρευστότητας και της εκθήλυνσης, κάτι που αποτυπώνεται ιδιαίτερα στην Αφροδίτη της Κνίδου. Ωστόσο, ο Λύσιππος συνδέει το γλυπτό με τον περιβάλλοντα χώρο. Το γλυπτό του Αποξυόμενος φέρει τη σφραγίδα του πραξιτέλειου κανόνα αναλογιών. Η απελευθέρωση της γλυπτικής από τη μετωπική πόζα θα οδηγήσει στην απεικόνιση ελεύθερων και περισσότερο ρεαλιστικών μορφών, ανοίγοντας νέους εικαστικούς δρόμους.
Με την είσοδο στον 5ο αι. π.Χ., η κατάσταση στο πολιτικό σκηνικό της Ελλάδας αρχίζει να διαφοροποιείται με την καθιέρωση του δημοκρατικού πολιτεύματος, γεγονός που μεταξύ άλλων ωθεί τους καλλιτέχνες στην απομάκρυνση από τον τύπο του αριστοκρατικού κούρου και στην καθιέρωση ενός στιλ περισσότερο νατουραλιστικού. Σταδιακά μάλιστα, οι καλλιτέχνες γίνονται περισσότερο τολμηροί, αφού αναζητούν τρόπους και τεχνικές λύσεις ώστε να απεικονίσουν το ανθρώπινο σώμα σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κίνηση και με οργανική σύνθεση των επιμέρους τμημάτων του. Τα γλυπτά λοιπόν αποκτούν συνεχώς και μεγαλύτερη κίνηση, τόσο υπάρχουσα όσο και υποβόσκουσα, δηλαδή αποτύπωση της στιγμής εκείνης πριν από την έναρξη της κίνησης, που είναι γεμάτη ζωή και ενέργεια. Προς το τέλος του 5ου αι. π.Χ., τα στοιχεία αυτά βρίσκονται σε πλήρη ανάπτυξη, οι καλλιτέχνες έχουν εξοικειωθεί με την αναζήτηση της ευρυθμίας και της φυσικότητας, ενώ οι μορφές γίνονται γαλήνιες, γίνονται κλασικές.
3 Ελληνιστική Περίοδος Ο ρεαλισμός, η ελευθερία και η τεχνική της ελληνιστικής γλυπτικής -πρώιμης, ώριμης και ύστερης- σχημάτισε πρακτικά τη βάση ενός μεγάλου τμήματος της μεταγενέστερης ευρωπαϊκής τέχνης. Οι γλύπτες αυτής της περιόδου, υπερβαίνοντας τα όρια του εξιδανικευμένου, διείσδυσαν περισσότερο στην ουσία της ζωής και των συναισθημάτων που παράγει. Είναι η εποχή στην οποία εγκαταλείπονται οι παραδοσιακοί ελληνικοί θεσμοί και η θρησκευτική επισκίαση στις εικαστικές τέχνες. Οι γλύπτες επιλέγουν περισσότερα κοσμικά θέματα, στα οποία καθρεφτίζεται ο εσωτερικός χαρακτήρας, τα συναισθήματα και τα βιώματα, ο ερωτισμός και η βία, αλλά πάνω απ’ όλα η ανάγκη της αλήθειας.
Δύοντος του ελληνιστικού κόσμου αναπτύσσεται ένας ελληνορωμαϊκός πολιτισμός, ο οποίος γράφει τη δική του ιστορία στη μνημειακή γλυπτική.
ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΓΛΥΠΤΙΚΗ
Ο Rodin είναι ο θεμελιωτής της σύγχρονης γλυπτικής. Ο Σκεπτόμενος είναι το πιο διάσημο άγαλμα της σύγχρονης γλυπτικής. Παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1904 στο Παρίσι και έγινε ιδιοκτησία της πόλης του Παρισιού. Αρχικά τοποθετήθηκε μπροστά στο Πάνθεον και το 1922 μεταφέρθηκε στο ξενοδοχείο Biron, το οποίο είχε μετατραπεί σε Μουσείο Rodin.
«Η αράχνη είναι ωδή προς την μητέρα μου. Ήταν η καλύτερή μου φίλη. Σαν την αράχνη, έτσι και η μητέρα μου ύφαινε τον ιστό της (δούλευε σε υφαντουργική επιχείρηση)» είχε αναφέρει η μεγάλη καλλιτέχνιδα.
Αυτό το εξαιρετικό γλυπτό θεωρείται ότι είναι ένα από τα ωραιότερα δημιουργήματα της σύγχρονης τέχνης. Η γλύπτρια, Πέιτζ Μπράντλεϊ λέει ότι η «Διεύρυνση»- «Expansion» είναι αποτέλεσμα του προβληματισμού της σχετικά με την τάση των ανθρώπων να αμφισβητούν ως τέχνη τα γλυπτά που απεικονίζουν ανθρώπους. Μας κάνει να πάμε πέρα από αυτό που είμαστε. Το γλυπτό βρίσκεται σήμερα σε ιδιωτική συλλογή στην πόλη της Νέας Υόρκης. Αντίγραφα μπορεί να δει κανείς στο Λονδίνο, το Ηνωμένο Βασίλειο και το Πάλμ Ντέζερτ της Καλιφόρνια.
*Πηγή: Wikipedia
*Πάρης Βορεόπουλος
Γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Κολλέγιο De La Salle. Σπούδασε Γαλλική Φιλολογία στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Παράλληλα με τις πανεπιστημιακές του σπουδές, παρακολούθησε μαθήματα θεάτρου στη δραματική σχολή Κυριαζή Χαρατσάρη. Είναι κάτοχος του πτυχίου ΣΕΛΜΕ με χαρακτηρισμό επίδοσης Άριστα και του Πιστοποιητικού Δεξιοτήτων και Γνώσεων στις Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνιών του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, συμμετέχοντας επιτυχώς στις εξετάσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Κέντρο Πιστοποίησης Πληροφορικής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Υπηρέτησε, επί σειρά ετών, ως καθηγητής και διευθυντής σε σχολεία στη Δημόσια Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.
Ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία και δημοσίευσε έργα για την ποίηση, το θέατρο, την πεζογραφία, το δοκίμιο, τη μετάφραση κ.ά.
Έλαβε τιμητικές διακρίσεις από διάφορους πολιτιστικούς, πνευματικούς και κοινωνικούς φορείς.
Είναι μέλος του Συλλόγου Αποφοίτων της Φιλοσοφικής Σχολής του Α.Π.Θ. “Φιλόλογος”, της Αμφικτυονίας Ελληνισμού, της Ένωσης Λογοτεχνών Β.Ε. καθώς επίσης και Έφορος Δημοσίων Σχέσεων της Εταιρείας Συγγραφέων Β.Ε.
Με ενδιαφέρον για τη γνωριμία του πολιτισμού άλλων λαών, ταξίδεψε σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, της Ασίας και της Αφρικής.















































