Πως σχετίζεται η ομοκυστεΐνη με τις βιταμίνες της ομάδας Β;

0
245
omokisteinh kardiaggeiaka kai vitamines b

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα αποτελούν την κύρια αιτία θνησιμότητας στις χώρες του δυτικού κόσμου. Εκτός από την υπέρταση, την αύξηση των λιπιδίων του αίματος (π.χ. χοληστερόλη, τριγλυκερίδια), τον σακχαρώδη διαβήτη, την παχυσαρκία, το κάπνισμα κ.ά., ως νέος ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου για καρδιαγγειακή νόσο έχουν αναγνωριστεί και τα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης στο αίμα (υπερομοκυστεϊναιμία).

Το 1969, ο παθολόγος McCully ήταν ο πρώτος που υποστήριξε ότι η ομοκυστεΐνη εμπλέκεται στην διαδικασία της αθηροσκλήρωσης, η οποία με την σειρά της σχετίζεται με  την εκδήλωση εμφραγμάτων του μυοκαρδίου, εγκεφαλικών και αγγειακών θρομβωτικών επεισοδίων

Η αρχική θεωρία του McCully επιβεβαιώθηκε από μεταγενέστερες μελέτες στις οποίες παρατηρήθηκε ότι τα άτομα με αγγειακή νόσο είχαν υψηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης στο αίμα σε σύγκριση με τα επίπεδα των υγιών ατόμων και διαπιστώθηκε ότι η ήπια έως μέτρια  υπερομοκυστεϊναιμία σχετίζεται με την ανάπτυξη αθηροσκλήρωσης.

Τι είναι η ομοκυστεΐνη;

Η ομοκυστεΐνη είναι ένα θειούχο αμινοξύ το οποίο παράγεται κατά τον μεταβολισμό ενός άλλου αμινοξέος, της μεθειονίνης, η οποία προσλαμβάνεται μέσω των πρωτεϊνούχων τροφών

Τιμές ομοκυστεΐνης μεταξύ 5 και 15μmol/L θεωρούνται φυσιολογικές. Σε συνθήκες εργαστηρίου (in vitro), έχει δειχθεί ότι η ομοκυστεΐνη ενεργοποιεί τον πολλαπλασιασμό των αγγειακών λείων μυϊκών κυττάρων και ότι ενισχύει την δραστηριότητα του ενζύμου HMG-CoA αναγωγάση, το οποίο ρυθμίζει την σύνθεση της χοληστερόλης στον οργανισμό.

Η χρόνια αύξηση των επιπέδων της χοληστερόλης μπορεί να προκαλέσει αθηροσκλήρωση και επομένως αποτελεί παράγοντα κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου. Επιπλέον, έχει παρατηρηθεί ότι η ομοκυστεΐνη επιδρά στην ακεραιότητα των λείων μυϊκών ινών του αγγειακού τοιχώματος, αυξάνοντας με αυτό τον τρόπο την αρτηριακή πίεση.

Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν τα επίπεδά της;

Έλλειψη βιταμινών Β

Το φυλλικό οξύ και οι βιταμίνες Β12 και Β6 αποτελούν σημαντικούς συμπαράγοντες στον μεταβολισμό της ομοκυστεΐνης και συνδέονται στενά με τα επίπεδά της. Έτσι, η ανεπάρκεια φυλλικού οξέος ή βιταμίνης Β6 οδηγεί σε ήπια έως μέτρια αύξηση της ομοκυστεΐνης.

Αντίστοιχα, η έλλειψη βιταμίνης Β12 καθώς και άλλων βιταμινών της ομάδας Β όπως π.χ. η ριβοφλαβίνη (Β2) επηρεάζουν τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης.

Διατροφή

Η ομοκυστεΐνη αυξάνεται με την κατανάλωση καφεϊνούχων ροφημάτων και οινοπνεύματος, με την υψηλή πρόσληψη πρωτεϊνών και τη χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών.

Λήψη φαρμακευτικών ουσιών

Η μεθοτρεξάτη (ανταγωνίζεται το φυλλικό οξύ), η θεοφυλλίνη, η κυκλοσπορίνη, οι φιμπράτες και τα αντιεπιληπτικά φάρμακα αποτελούν επίκτητα αίτια υπερομοκυστεϊναιμίας.

Άλλα αίτια

Σε αυτά περιλαμβάνονται οι γενετικές διαταραχές, η νεφρική ανεπάρκεια, οι μεταμοσχεύσεις οργάνων, ο υποθυρεοειδισμός, διάφορα είδη νεοπλασιών, οι φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, καθώς και η ηλικία, το κάπνισμα και η έλλειψη φυσικής δραστηριότητας.

Θεραπευτική προσέγγιση της υπερομοκυστεϊναιμίας 

Αυτό που έχει παρατηρηθεί μελετώντας τον ρόλο των βιταμινών Β στην μείωση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης (tHcy), είναι ότι η έλλειψη των βιταμινών Β6 και Β12 φαίνεται να επηρεάζει τα επίπεδα της tHcy σε πολύ μικρότερο βαθμό σε σύγκριση με την ανεπάρκεια φυλλικού οξέος. Έχει δειχθεί ότι η συμπληρωματική χορήγηση φυλλικού οξέος είτε μεμονωμένα, είτε σε συνδυασμό με τις βιταμίνες Β6 και Β12, μπορεί να μειώσει αποτελεσματικά τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης στο αίμα.

Τι έδειξαν οι κλινικές μελέτες;

Το 2005, μία μετά-ανάλυση 25 τυχαιοποιημένων δοκιμών με 2596 ασθενείς έδειξε ότι η συμπλήρωση φυλλικού οξέος σε δόσεις των 0.2, 0.4, 0.8, 2.0 και 5.0 mg ημερησίως, σχετίστηκε με 13%, 20%, 23%, 23% και 25%  μείωση των επιπέδων της ομοκυστεΐνης αντίστοιχα, σε χρονικό διάστημα 8 μηνών. Επιπλέον, η προσθήκη βιταμίνης Β12 οδήγησε σε περαιτέρω μείωση της ομοκυστεΐνης κατά 5%, ενώ δεν παρατηρήθηκε καμία αλλαγή με την πρόσθεση της βιταμίνης Β6.

Μελέτη στην οποία έλαβαν μέρος 138 υγιείς γυναίκες με υπερομοκυστεϊναιμία, έδειξε ότι ακόμη  και μια εβδομαδιαία δόση 2.8mg φυλλικού οξέος για χρονικό διάστημα δύο μηνών μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική ελάττωση των επιπέδων της  ομοκυστεΐνης. Ακόμη, σε άτομα με υπερομοκυστεϊναιμία και φυσιολογικά επίπεδα βιταμινών, η μεμονωμένη χορήγηση φυλλικού οξέος ήταν αρκετή για να μειώσει την ομοκυστεΐνη κατά 40-50% σε 6 εβδομάδες.

Πρόληψη καρδιαγγειακών με βιταμίνες Β6, Β12 και φυλλικό οξύ;

Προς το παρόν δεν έχει ακόμη διευκρινιστεί το κατά πόσο η μείωση των υψηλών επιπέδων ομοκυστεΐνης στο αίμα μεταφράζεται σε μείωση της καρδιαγγειακής νοσηρότητας

Για παράδειγμα, σε μεγάλης κλίμακας τυχαιοποιημένες κλινικές δοκιμές δεν έχει παρατηρηθεί βελτίωση στη συχνότητα καρδιαγγειακών συμβάντων μετά από μείωση της ομοκυστεΐνης προερχόμενη από την χορήγηση βιταμινών Β6, Β12 και φυλλικού οξέος.

Παρ’όλα αυτά, οι δοκιμές αυτές είχαν διαφορετικά χαρακτηριστικά όσον αφορά στον πληθυσμό που μελετήθηκε (π.χ. ιστορικό καρδιαγγειακής νόσου), την ημερήσια δόση βιταμινών Β, και τη διάρκεια της θεραπείας.

Σύμφωνα πάντως με τη μελέτη Framingham (μακροχρόνια προοπτική μελέτη κοορτής στις Η.Π.Α με αντικείμενο έρευνας την στεφανιαία νόσο), αυτό που φαίνεται να έχει μεγαλύτερη σημασία είναι η συνύπαρξη υψηλών επιπέδων ομοκυστεΐνης και άλλων παραγόντων κινδύνου για εμφάνιση καρδιαγγειακής νόσου, όπως π.χ. η υπέρταση, η υπερλιπιδαιμία, ο σακχαρώδης διαβήτης και το κάπνισμα.

ΚΑΝΕΝΑ ΣΧΟΛΙΟ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ