Το κείμενο του δικηγόρου Αντώνη Μαλλιακούδη αναλύει το οξύ πρόβλημα της προσβασιμότητας και της ασφάλειας των πεζών, εστιάζοντας στις νομικές και κοινωνικές προεκτάσεις του ζητήματος ειδικά για την περιοχή του Ωραιοκάστρου:
Τα πεζοδρόμια (ιδίως του Ωραιοκάστρου), το Σύνταγμα και η έλλειψη σεβασμού προς τον πολίτη.
Τα πεζοδρόμια, που σύμφωνα με τον Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (άρθρο 4, αριθμός 55) είναι «το υπερυψωμένο ή άλλως διαχωριζόμενο τμήμα της οδού που προορίζεται για πεζούς», συγκαταλέγονται στα κοινόχρηστα πράγματα (άρθρο 967 του Αστικού Κώδικα) και ως τέτοια ο κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να τα χρησιμοποιεί ελεύθερα και ακώλυτα. Σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή όταν ο πολίτης παρακωλύεται στη χρήση των πεζοδρομίων (και γενικά των κοινόχρηστων χώρων) περιορίζεται η ελευθερία του και, ως εκ τούτου, προσβάλλεται η προσωπικότητά του, νομιμοποιούμενος, συνεπώς, να απαιτήσει την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον, όπως παγίως δέχονται και τα δικαστήρια της χώρας. Το δικαίωμα αυτό (επί της προσωπικότητας) προστατεύεται από το Σύνταγμα της Ελλάδας, που ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι το Κράτος οφείλει να σέβεται τους πολίτες. Συγκεκριμένα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Συντάγματος της Ελλάδας ορίζεται ότι «ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας». Κατά το Σύνταγμά μας, λοιπόν, αναφορικά με τα πεζοδρόμια, το Κράτος οφείλει να δημιουργεί συνθήκες ασφαλούς και ακώλυτης πρόσβασης σ’ αυτά ή, με άλλα λόγια, οφείλει να μην στερεί από τους πολίτες την εξουσία χρήσης τους, μέσα στα όρια του προορισμού τους φυσικά, έτσι ώστε να δείχνει εμπράκτως τον σεβασμό του προς αυτούς και συνάμα να μην προσβάλει το προστατευόμενο δικαίωμά τους επί της προσωπικότητάς τους.
Ως εδώ όλα καλά και άψογα θα έλεγε κανείς ή, άλλως ειπείν, όπως ακριβώς ταιριάζει σε μία χώρα που θέλει να κατατάσσεται ανάμεσα στις προοδευμένες και πολιτισμένες αυτού του κόσμου. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι σ’ αυτή τη χώρα -στη χώρα μας- δεν παράγεται πλέον πολιτισμός και κυρίαρχο γνώρισμα της πλειοψηφίας τείνει να καταστεί (αν δεν έχει καταστεί ήδη) η έλλειψη σεβασμού προς τον άνθρωπο και προς το περιβάλλον (πανίδα και χλωρίδα). Και επειδή «το ψάρι βρωμάει από το κεφάλι», το Κράτος, που, όπως προαναφέρθηκε, οφείλει να σέβεται τους πολίτες, δεν θα μπορούσε να επιδείξει διαφορετική συμπεριφορά (!). Ειδικά στην περίπτωση των πεζοδρομίων τα προβλήματα αρχίζουν όταν έρχεται η ώρα ο σεβασμός του προς τον πολίτη να πάρει σάρκα και οστά. Εκεί το πράγμα χαλάει. Πως; με νόμο και συγκεκριμένα με το Προεδρικό Διάταγμα 14/1999 και τελευταίως με την ΥΠΕΝ/ΔΑΟΚΑ/66006/2360/2023 Υπουργική Απόφαση, με την οποία, αφού αρχικά ορίζεται (άρθρο 23, παράγραφος 1) ότι «τα πεζοδρόμια των κοινόχρηστων χώρων κατασκευάζονται ανακατασκευάζονται, επισκευάζονται και συντηρούνται με σκοπό να διασφαλίζεται η συνεχής, αυτόνομη, ασφαλή και χωρίς εμπόδια κυκλοφορία των πεζών σε όλη τους την επιφάνεια και η χρήση τους από άτομα με αναπηρία και εμποδιζόμενα άτομα», στη συνέχεια ορίζεται (παράγραφος 2.1) ότι «τα πεζοδρόμια κατασκευάζονται, ανακατασκευάζονται, επισκευάζονται και συντηρούνται από τους ιδιοκτήτες των παρόδιων ακινήτων μπροστά στα οποία βρίσκονται»! Με απλά λόγια το ίδιο το Κράτος, που οφείλει, κατά το Σύνταγμα, να σέβεται τους πολίτες και να δημιουργεί, αναφορικά με τα πεζοδρόμια, συνθήκες ασφαλούς και ακώλυτης πρόσβασης σ’ αυτά, μετακύλησε την υποχρέωσή του αυτή στους ίδιους τους πολίτες! Κατά τον νομοθέτη, δηλαδή, η δυνατότητα του κάθε πολίτη να βαδίζει συνεχώς, αυτόνομα και με ασφάλεια «στο υπερυψωμένο ή άλλως διαχωριζόμενο τμήμα της οδού που προορίζεται για πεζούς», τουτέστιν στο πεζοδρόμιο, δεν αποτελεί υποχρέωση των Υπηρεσιών του Κράτους ή αυτών των Ο.Τ.Α., αλλά επαφίεται, εντελώς ανεπίτρεπτα, στη βούληση και στην κοινωνική ευαισθησία του ιδιοκτήτη του ακινήτου μπροστά από το οποίο βρίσκεται το πεζοδρόμιο! Την ίδια στιγμή, ωστόσο, ο νομοθέτης, έχοντας επίγνωση του ότι η κατασκευή, ανακατασκευή και επισκευή των κοινόχρηστων πεζοδρομίων δεν πρέπει να είναι έργο των πολιτών, φρόντισε τη σχετική υποχρέωσή τους να την καταστήσει υποχρέωση κατά το φαινόμενο μόνο, αφού η αθέτησή της, αν και έχει σοβαρές συνέπειες έναντι του κοινωνικού συνόλου, δεδομένου ότι στερεί από τους υπόλοιπους πολίτες την εξουσία χρήσης του (αδιαμόρφωτου ή κατεστραμμένου) πεζοδρομίου, εν τούτοις δεν επιφέρει καμία απολύτως κύρωση.
Και ναι μεν είναι αλήθεια ότι με την πιο πάνω Υπουργική Απόφαση προβλέπεται ότι οι σχετικές εργασίες για την κατασκευή, ανακατασκευή, επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων μπορεί να γίνονται και από τους οικείους Ο.Τ.Α. (παράγραφος 2.4), οι οποίοι εισπράττουν τις δαπάνες κατασκευής, ανακατασκευής, επισκευής ή συντήρησης των πεζοδρομίων από τους παρόδιους ιδιοκτήτες ή τους φορείς εκτέλεσης εργασιών, που είναι υπόχρεοι ανάλογα με την περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την είσπραξη των Δημοσίων Εσόδων, πλην όμως η πρόβλεψη αυτή είναι δυνητική («μπορεί») και όχι, όπως θα έπρεπε, υποχρεωτική. Είναι ευτύχημα πάντως ότι τα Δικαστήρια της χώρας (πολιτικά και διοικητικά), λαμβάνοντας υπ’ όψιν άλλες διατάξεις, που αφορούν τις υποχρεώσεις των Ο.Τ.Α απέναντι στους δημότες, όπως είναι και αυτή του άρθρου 75 του ν. 3463/2006 «Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων», με την οποία καθορίζονται οι αρμοδιότητες των Δήμων και Κοινοτήτων, που αφορούν, μεταξύ άλλων, τον σχεδιασμό, κατασκευή, συντήρηση και διαχείριση έργων οδοποιίας, την εύρυθμη λειτουργία των πόλεων και των οικισμών, τη μέριμνα και τη λήψη μέτρων για την απρόσκοπτη πρόσβαση στους κοινόχρηστους χώρους, τη βελτίωση των συμφερόντων και της ποιότητας ζωής της τοπικής κοινωνίας κλπ, δέχονται τελικά ότι η πιο πάνω ρύθμιση «δεν αναιρεί την υποχρέωση των δημοτικών οργάνων για επίβλεψη και έλεγχο της κατάστασης των πεζοδρομίων και της λήψης των κατάλληλων μέτρων για τη συντήρηση και την επιδιόρθωσή τους». Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η αντιμετώπιση του προβλήματος από την πλευρά των Δικαστηρίων, που βεβαίως και είναι η δέουσα, αλλά η αντιμετώπισή του από την πλευρά του Κράτους, το οποίο με τη συγκεκριμένη ρύθμιση προσβάλει ευθέως και ασεβώς την προσωπικότητα του κάθε πολίτη, πράγμα που θα εκλείψει μόνο εάν και εφ’ όσον η υποχρέωση για την κατασκευή, ανακατασκευή, επισκευή και συντήρηση των πεζοδρομίων αναληφθεί από το ίδιο το Κράτος ή από τους Ο.Τ.Α., υποχρεωτικά και όχι δυνητικά και αφαιρεθεί, αντίστοιχα, από τους πολίτες.
Το συγκεκριμένο πρόβλημα εμφανίζεται, κατά κανόνα, μπροστά από αδόμητα οικόπεδα και κυρίως στους μικρότερους Δήμους, όπου σαφώς υπάρχουν περισσότερα τέτοια οικόπεδα, σε σχέση με τα μεγάλα αστικά κέντρα, προφανώς λόγω του χαμηλού συντελεστή δόμησης και εντεύθεν του μειωμένου εργολαβικού ενδιαφέροντος για την ανέγερση οικοδομών κατά το σύστημα της αντιπαροχής. Ένας τέτοιος Δήμος είναι και το Ωραιόκαστρο, στο οποίο πρωτίστως και κυρίως αναφέρομαι και όπου το ζήτημα των αδιαμόρφωτων πεζοδρομίων έρχεται να καταστήσει ακόμη πιο δύσκολη την έτσι ή αλλιώς περιορισμένη δυνατότητα των πολιτών να βαδίζουν συνεχώς, αυτόνομα και με ασφάλεια στα πεζοδρόμια, τόσο λόγω της μορφολογίας του εδάφους, όσο και λόγω της αδυναμίας (ενδεχομένως και απροθυμίας) εκπόνησης, κατά το παρελθόν, σύγχρονου και λειτουργικού ρυμοτομικού σχεδίου, που είχε ως αποτέλεσμα την κατασκευή ιδιαιτέρως στενών και ουσιαστικά ανύπαρκτων πεζοδρομίων και στα νέα τμήματα της πόλης! Δυστυχώς, όπου υπάρχουν αδόμητα οικόπεδα τα κοινόχρηστα πεζοδρόμια παραμένουν αδιαμόρφωτα (βλέπε φωτογραφίες), τις περισσότερες φορές μάλιστα γεμάτα αγριόχορτα και με τους δημότες να μην έχουν καμία πρόσβαση σ’ αυτά! Οι παρόδιοι ιδιοκτήτες αδιαφορούν (αναμενόμενο), ο Δήμος αδιαφορεί (ανεπίτρεπτο) και κάπως έτσι παιδιά, νέοι, γέροι, άτομα με ειδικές ανάγκες, μάνες με τα νεογέννητα στην αγκαλιά ή στο καροτσάκι «εξορίζονται» από τα πεζοδρόμια και αναγκάζονται να βαδίζουν στο οδόστρωμα, δηλαδή στο τμήμα της οδού που προορίζεται για τα αυτοκίνητα, εκθέτοντας σε κίνδυνο τη σωματική ακεραιότητα και την ίδια τη ζωή τους, που εξαρτάται πλέον όχι μόνο από τους ίδιους αλλά και από την προσοχή που δείχνουν οι οδηγοί των οχημάτων, η οποία, δυστυχώς, δεν είναι η επιβεβλημένη, αφού στη χώρα μας, όπως όλοι πολύ καλά γνωρίζουμε, προτεραιότητα έχουν τα αυτοκίνητα και όχι οι πεζοί και αξία έχουν οι λαμαρίνες και όχι οι άνθρωποι (Σημ. σε όλες τις περιπτώσεις ο παρονομαστής ίδιος: η έλλειψη σεβασμού!…). Από την άλλη, δηλαδή αν οι ιδιοκτήτες των παρόδιων οικοπέδων επιδείξουν το ανάλογο ενδιαφέρον και προβούν στην κατασκευή (ή ανακατασκευή ή επισκευή) των πεζοδρομίων, το αποτέλεσμα, σε πολλές περιπτώσεις, είναι ένα μωσαϊκό χρωμάτων και σχεδίων, αφού ο κάθε ιδιοκτήτης χρησιμοποιεί ό,τι πλάκες επιθυμεί, κατά είδος, μέγεθος και χρωματισμό, και τις τοποθετεί όπως ο ίδιος αποφασίζει! (βλέπε φωτογραφίες). Με την ανωτέρω Υπουργική απόφαση προβλέπεται βέβαια και ο τρόπος κατασκευής των πεζοδρομίων (διαδικασία, προδιαγραφές κλπ), στην πράξη, όμως, ο κάθε πολίτης ενεργεί εντελώς ανεξέλεγκτα, ακόμη και δίπλα ακριβώς από το Δημαρχείο (βλέπε την τελευταία φωτογραφία).
Θα μπορούσε να πει κανείς: (α) μα, εφ’ όσον υπάρχει σωρεία στενών και μη προσβάσιμων πεζοδρομίων, το πρόβλημα στην κυκλοφορία των πεζών θα συνεχίσει έτσι κι αλλιώς να υπάρχει, οπότε … γιατί να ξοδεύονται χρήματα για νέα πεζοδρόμια, τα οποία μάλιστα μπορεί κάποτε να κατασκευαστούν από τους ιδιοκτήτες των παρόδιων ακινήτων ή (β) ότι δεν υπάρχουν κονδύλια και πόροι για την κατασκευή των νέων πεζοδρομίων. Πέραν του γεγονότος ότι το πρόβλημα εντοπίζεται και στην επισκευή και όχι μόνο στην κατασκευή των πεζοδρομίων, η απάντηση είναι προφανής και είναι στη μεν πρώτη περίπτωση ότι το ένα κακό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με ένα άλλο κακό (η αδιαφορία σκοτώνει), στη δε δεύτερη ότι τρόποι για να εξοικονομηθούν χρήματα πάντα θα υπάρχουν. Ανεξαρτήτως τούτου, εφ’ όσον οι σχετικές δαπάνες των Ο.Τ.Α. για την κατασκευή κλπ των πεζοδρομίων εισπράττονται από τους παρόδιους ιδιοκτήτες, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κ.Ε.Δ.Ε., είναι βέβαιο ότι τελικά ο Δήμος θα εισπράξει οτιδήποτε πρόκειται να δαπανήσει ή θα έχει δαπανήσει για την αιτία αυτή. Κανένας ιδιοκτήτης, όσο αντικοινωνικός, αδιάφορος και δύστροπος να είναι, δεν θα επέτρεπε στον εαυτό του να εμπλακεί σε δικαστικές περιπέτειες για 200, 300 ή και 500 ευρώ, έστω, που είναι το κόστος κατασκευής ενός πεζοδρομίου, μπροστά από ένα οικόπεδο. Σε κάθε περίπτωση, όμως, δηλαδή ακόμη και αν είναι ορατός ο κίνδυνος να μην εισπραχθεί η σχετική δαπάνη από τους παρόδιους ιδιοκτήτες, όπως θα συμβεί, για παράδειγμα, στην περίπτωση που όλοι οι κληρονόμοι του αρχικού ιδιοκτήτη έχουν αποποιηθεί την κληρονομιά του, ο Δήμος οφείλει και πάλι να προβεί στην κατασκευή (ή στην επισκευή) των πεζοδρομίων, πρωτίστως για λόγους σεβασμού της προσωπικότητας των δημοτών του και προστασίας της σωματικής ακεραιότητάς τους και δευτερευόντως για λόγους αισθητικής.
Εν κατακλείδι, εφ’ όσον το Κράτος δεν αλλάζει το ισχύον καθεστώς για τα πεζοδρόμια, επιβάλλεται να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο η διοίκηση του Δήμου αντιμετωπίζει το συγκεκριμένο πρόβλημα, έτσι ώστε η κατασκευή, ανακατασκευή και επισκευή των πεζοδρομίων να αντιμετωπιστεί ως υποχρέωση του Δήμου. Διαφορετικά, όσο δηλαδή αντιμετωπίζεται (και) από την (κάθε) διοίκηση ως υποχρέωση των δημοτών και όχι ως αυτό που είναι, δηλαδή ως πρόβλημα, που πρέπει να επιλυθεί από τον ίδιο το Δήμο, η προσβολή της προσωπικότητας των δημοτών θα συνεχίζεται και η πόλη μας – η κάθε πόλη- ούτε ασφαλής για τους πεζούς θα είναι, ούτε όμορφη, όσο θα θέλαμε, θα γίνει.
Αντώνης Μαλλιακούδης, Δικηγόρος
ΥΓ. Προς αποφυγή αυθαίρετων συμπερασμάτων διευκρινίζω ότι ορισμένες από τις φωτογραφίες, που ενδεικτικά επισυνάπτονται, έχουν ληφθεί πριν το φθινοπωρινό κούρεμα και επιλέχθηκαν σκόπιμα, προκειμένου να φανεί το μέγεθος το προβλήματος (και όχι από κακή προαίρεση, όπως μονίμως και πολύ βολικά (θέλουν να) αντιλαμβάνονται κάποιοι από την εκάστοτε διοίκηση, σε κάθε -μη βολική- περίσταση).
Αδιαμόρφωτα πεζοδρόμια
Μωσαϊκό πλακών




















































