Ζωντανά τώρα η Αναστάσιμος Εσπερινός και Όρθρος Αγίων Πέντε Μαρτύρων

Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης, άθλησαν στην Καππαδοκία τον καιρό της βασιλείας των Ρωμαίων Αυτοκρατόρων Διοκλητιανού και Μαξιμιανού, το 296 μ.Χ. Τότε είχε ξεσπάσει ο φοβερότερος ίσως διωγμός εναντίον των χριστιανών, που είχε σκοπό να εξαλείψει από το πρόσωπο της γης κάθε χριστιανό.

Βιογραφία
Οι Άγιοι Ευστράτιος, Αυξέντιος, Ευγένιος, Μαρδάριος και Ορέστης μαρτύρησαν κατά το σκληρό διωγμό των χριστιανών επί Διοκλητιανού.

Ο Ευστράτιος, που ήταν ανώτερος αξιωματικός, συνελήφθη από το Δούκα Λυσία. Αυτός, αφού τον βασάνισε με τον πιο φρικτό τρόπο, έπειτα τον έστειλε στον έπαρχο Αγρικόλα. Φημισμένος αυτός για την ωμότητα του απέναντι στους χριστιανούς, έβαλε τον Ευστράτιο να βαδίσει με σιδερένια παπούτσια, που είχαν μέσα μυτερά καρφιά. Κατόπιν τον αποτελείωσε, αφού τον έριξε μέσα στη φωτιά.

Τον Αυξέντιο, που ήταν Ιερέας και συμπολίτης του Ευστρατίου, ο ηγεμόνας τον πίεσε να αλλαξοπιστήσει με πολλές δελεαστικές υποσχέσεις. Αλλά ο άξιος λειτουργός του Χριστού απάντησε: «Δεν είναι ανάγκη να λέω πολλά λόγια Λυσία. Στη ζωή αυτή είμαι του Χριστού και θα είμαι δικός Του μέχρι θανάτου. Και αν αναρίθμητους δαρμούς και πληγές μου δώσεις, και αν με φωτιά και σίδερο με λιώσεις, ο Χριστός μου είναι παντοδύναμος και ο Σταυρός Του ακαταμάχητος. Αυτός καθ’ εαυτόν ο Αυξέντιος είναι αδύνατος. Αλλά του χριστιανού Αυξεντίου το φρόνημα δε θα κάμψεις ποτέ». Εξαγριωμένος ο ηγεμόνας από την απάντηση, αμέσως τον αποκεφάλισε.

Το Μαρδάριο, αφού τρύπησαν τους αστραγάλους του τον κρέμασαν με το κεφάλι προς τα κάτω και τον έκαψαν.

Ο αξιωματικός Ευγένιος, αφού του έκοψαν τη γλώσσα και τα χέρια και του έσπασαν τα πόδια, εξέπνευσε.

Τον δε στρατιώτη Ορέστη τον θανάτωσαν, αφού τον ξάπλωσαν σε πυρακτωμένο κρεβάτι.

Τα Ιερά Λείψανα – Πολύστυλο Καβάλας

Στα δυσοίωνα εκείνα χρόνια της Μικρασιατικής Καταστροφής, το 1924, οι κάτοικοι του Σεμέντερε πήραν τα Λείψανα, αποχαιρέτησαν την πατρίδα τους και άρχισαν ένα μακρινό ταξίδι. Μεταφέροντας προσεκτικά την Λάρνακα, έπειτα από πολλές περιπέτειες και διαχωρισμούς, έφθασαν στην Ελλάδα. Κατοίκησαν αρχικά, σε ένα ορεινό χωριό της Καβάλας, που ονομαζόταν Κόκκαλα. Κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, λεηλατήθηκε από τους Βούλγαρους, έτσι το 1944, το εγκατέλειψαν και κατέβηκαν στον κάμπο των Φιλίππων, όπου και εγκαταστάθηκαν στον τελικό προορισμό τους.

Το Πολύστυλο Καβάλας. Σήμερα, στον Ι.Ν. Αγίας Τριάδος και 5 Μαρτύρων Πολυστύλου, της Ιεράς Μητροπόλεως Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου, φυλάσσονται ευλαβικά τα Τίμια Σκηνώματα των Αγίων Ευστρατίου, Αυξεντίου, Ευγενίου, Μαρδαρίου και Ορέστου. Αποτελούν σημείο αναφοράς για την περιοχή, αστείρευτη πηγή ευλογίας και θαυματουργικών ιάσεων. Καθημερινά, προσέρχονται εκεί πιστοί από διάφορα μέρη για να βρουν καταφύγιο στην αγκαλιά των Αγίων, να προσκυνήσουν, να δεχτούν την χάρη τους, να θεραπευθούν, να δροσιστούν πνευματικά, να αντλήσουν χαρά και κουράγιο, να αγαλλιάσουν από την ευωδία τους, να τους νιώσουν κοντά τους, μέσα τους. Ο Ναός πανηγυρίζει τόσο στις 13 Δεκεμβρίου, όσο και της Ζωοδόχου Πηγής, ημέρα της Λιτανείας των Λειψάνων.

Μέρος των ιερών λειψάνων φυλάσσεται και στον ιερό Ναό των Αγίων δώδεκα Αποστόλων των Σημάντρων Χαλκιδικής, το οποίο οφείλει την ονομασία του στα Σεμέντερε της Καππαδοκίας και κατοικείται σε μεγάλο ποσοστό από οικογένειες που αντί της περιοχής της Καβάλας εγκαταστάθηκαν στην περιοχή της Χαλκιδικής.

Θαύματα των Αγίων

Οι Πέντε Μάρτυρες έχουν κάνει άπειρα θαύματα.

Ένα χαριτωμένο γεγονός, έλαβε χώρα σε ένα μετόχι της Νέας Μονής Χίου, αφιερωμένο στους Αγίους. Το χρόνο που συνέβη το Θαύμα, βαρύς και σφοδρός επέπεσε ο χειμώνας. Εξαιτίας του υπερβολικού χιονιού δεν μπόρεσαν οι πατέρες να κατέβουν στο μετόχι ούτε και οι προσκυνητές να έλθουν στο εκκλησάκι. Μόνος του ο εφημέριος χτύπησε το σήμαντρο, εποίησε ευλογητός και άρχισε τον Όρθρο.

Ξαφνικά βλέπει Πέντε ευπρεπείς ανθρώπους, που εισήλθαν με ευλάβεια στο Ναό, άγνωστοι στον ιερέα, να παίρνουν θέσεις, ανά δυο στα αναλόγια και στο μέσον ο νεότερος να κανοναρχεί. Τα πρόσωπά τους οικεία, η ενδυμασία τους παράξενη, οι φωνές τους λαμπρές, το ύφος τους επιβλητικό. Έχαιρε και ηγάλλετο καθ’ εαυτόν, δοξάζων Τον Θεόν ο εφημέριος, για τους αναπάντεχους βοηθούς. Τον κεντούσε όμως η περιέργεια να μάθει ποιοι ήταν. Έφτασε η ώρα του συναξαρίου. Ο νεαρός κανονάρχης διαβάζει: … Ο δε Άγιος Ορέστης απυγόμενος τω κραββάτω εμειδίασεν και προσεσχηκώς τω Αγίω Ευστρατίω είπεν: Εύξαι υπέρ εμού… . Δηλαδή, ο δε Άγιος Ορέστης, καθώς οδηγείτο στο κρεββάτι εμειδίασε και αφού πλησίασε τον Άγιο Ευστράτιο, τον παρεκάλεσε να προσευχηθεί. Τη στιγμή εκείνη, ο άνθρωπος που έμοιαζε με τον Άγιο Ευστράτιο σηκώνει τα μάτια του και βλέποντας με πολλή προσοχή τον όμοιο του Ορέστη, του λέγει:

—Γιατί μεταβάλλεις τα λόγια και δεν τα λες όπως είναι γραμμένα; Ανάγνωσε το σημείο αυτό για δεύτερη φορά. Αυτός όμως και πάλι άλλαξε το ρήμα και αντί να αναγνώσει εδειλίασε, επειδή ντρεπόταν ξαναείπε, εμειδίασε . Τότε ο Άγιος Ευστράτιος του φωνάζει δυνατότερα:

—Διάβασε το όπως το έπαθες, διότι δεν εμειδίασες βλέποντας το κρεβάτι, αλλά εδειλίασες. Και αμέσως μετά από το λόγο αυτό και οι Πέντε έγιναν άφαντοι. Βλέποντας ο ιερέας το παράδοξο έμεινε άφωνος για πολλή ώρα. Όταν συνήλθε, τελείωσε την ακολουθία όπως-όπως. Με φόβο διηγήθηκε κατόπιν το γεγονός σ’ αυτούς που ήρθαν αργότερα.

Ένα άλλο θαύμα, συνέβη στο Άγιον Όρος και συγκεκριμένα, κοντά στην Σκήτη της Αγίας Άννης. Διηγείται ένας γέροντας της Σκήτης : Αυτό που αξίζει να σας πω, είναι το θαύμα που έγινε για την αγιογράφηση του Κυριακού (δηλ. της κεντρικής εκκλησίας της Σκήτης). Οι αγιογράφοι Αθανάσιος και Κωνσταντίνος εζήτησαν ένα υπέρογκο ποσόν από τους Αγιαννανίτες πατέρες, για να ιστορήσουν το Κυριακόν. Οι πτωχοί πατέρες δεν είχαν φυσικά χρήματα κι έτσι οι αγιογράφοι έφυγαν προς την πλευρά της Μεγίστης Λαύρας, προς μεγάλη λύπη των Αγιαννανιτών. Στον δρόμον όμως συναντήθηκαν με Πέντε “αλλιώτικους” ανθρώπους, οι οποίοι σ’ ενέπνεαν καθώς τους κοίταζες. – Ευλογείτε· είπαν οι αγιογράφοι. Ο Κύριος, απήντησαν με μια φωνή οι Πέντε και ρώτησαν: Ποιοι είστε και πού πάτε; – Αγιογράφοι είμαστε και φεύγουμε άπρακτοι από την Αγιάννα, διότι δεν τα βρήκαμε με τους πατέρες οικονομικώς για να ιστορήσουμε το Κυριακό τους. Τότε ο ένας από τους Πέντε που έμοιαζε επικεφαλής, είπε αυστηρά: – Αυτά είναι ανήκουστα… Μα είναι δυνατό να ζητάτε μεγάλα χρηματικά ποσά από ακτήμονες πατέρες, όπως είναι όλοι οι μοναχοί; Είναι δυνατό; Να και οι τέσσερις εδώ αδελφοί μου, το ίδιο λέγουν. Συμφωνείτε Αυξέντιε, Ευγένιε, Μαρδάριε, Ορέστα; – Το αυτό φρονούμεν Ευστράτιε και ημείς! Οι δύο αγιογράφοι τα χρειάσθηκαν, γιατί κατάλαβαν πως είχαν να κάνουν με Αγίους, οι οποίοι τους είπαν και τούτο: – Να επιστρέψετε πάραυτα ν’ αγιογραφήσετε το Κυριακό και ό,τι σας δώσουν οι πατέρες, να το πάρετε λέγοντας “να ‘ναι ευλογημένο”· τίποτ’ άλλο. Επίσης στον αριστερό χορό ν’ αγιογραφήσετε τους Πέντε Μάρτυρας Ευστράτιον, Αυξέντιον, Ευγένιον, Μαρδάριον και Ορέστην. Αμέσως μετά εξαφανίσθηκαν από τα έκπληκτα μάτια των δύο αγιογράφων, οι οποίοι κατασυγκινημένοι έκαναν και ξαναέκαναν τον σταυρό τους, καθώς επέστρεφαν στο Κυριακό το οποίον αγιογράφησαν εξαιρετικά, αφού βεβαίως ανέφεραν στους εμβρόνητους πατέρες της Σκήτεως το θαύμα.

Οι Άγιοι Πέντε Μάρτυρες είναι ζωντανοί και βρίσκονται ανάμεσά μας. Να επικαλούμαστε, λοιπόν, την βοήθειά τους, όποτε την χρειαζόμαστε. Έχουν γίνει κι άλλα πολλά θαυμαστά, ιδίως στον ομώνυμο Ναό τους, στο Πολύστυλο Καβάλας, όπου φυλάσσονται τα Τίμια Λείψανά τους. Ας προσευχόμαστε όλοι στους Αγίους, να πρεσβεύουν στον Κύριο και Θεό, για την σωτηρία μας.

vendo

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.